Ορισμός του «μαϊμού»
2
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι πλαστό, απομίμηση ή προϊόν παραποίησης, ειδικά σε είδη ένδυσης και τεχνολογίας. Μεταφορικά μπορεί να αναφέρεται και σε έναν άνθρωπο που υποκρίνεται κάτι που δεν είναι ή σε μια κατάσταση που είναι στημένη. Είναι πολύ συνηθισμένος όρος στις αγοραπωλησίες και στις συζητήσεις για τη μόδα.
- Παράδειγμα
-
>Πρόσεχε τι αγοράζεις από εκείνο το σάιτ, τα περισσότερα παπούτσια είναι μαϊμού.
>Αυτή η τσάντα φαίνεται αυθεντική αλλά στην πραγματικότητα είναι μαϊμού από την αγορά.
>Όλο το σκηνικό που έστησαν για τις κάμερες ήταν μαϊμού, τίποτα δεν ίσχυε.
0
Σχόλια