Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τουμπανιάζω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αυτή η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλώσει την υπερβολική αύξηση του όγκου ή της έντασης σε κάτι, όπως για παράδειγμα στους μυς μετά το γυμναστήριο ή στην ένταση της μουσικής. Στο διαδίκτυο, μπορεί να αναφέρεται και σε έναν υπολογιστή που έχει αναβαθμιστεί με τα καλύτερα εξαρτήματα ώστε να είναι πανίσχυρος. Εκφράζει θαυμασμό για κάτι που έχει φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του.

Παράδειγμα

> Πήγε τρεις μήνες γυμναστήριο και έχει τουμπανιάσει τελείως, δεν τον αναγνωρίζεις.

> Τουμπάνιασε το ηχείο να ακούσουμε το κομμάτι όπως πρέπει, ας ενοχληθούν και λίγο οι γείτονες.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.