Ορισμός του «τούμπανο»
1
- Περιγραφή
-
Ένας θετικός χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι εξαιρετικής ποιότητας, πολύ δυνατό ή εντυπωσιακό. Αρχικά αφορούσε κυρίως γυμνασμένα σώματα ή δυνατά ηχοσυστήματα αυτοκινήτων, αλλά πλέον χρησιμοποιείται για τα πάντα, από υπολογιστές μέχρι φαγητά. Εκφράζει ενθουσιασμό και πλήρη ικανοποίηση από το αντικείμενο αναφοράς.
- Παράδειγμα
-
> Το νέο PC που έστησε ο Γιώργος είναι τούμπανο, παίζει τα πάντα στα ultra.
> Πήγαμε σε ένα σουβλατζίδικο χθες, το πιτόγυρο ήταν τούμπανο.
0
Σχόλια