Ορισμός του «ταβανώνω»
2
- Περιγραφή
-
Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει ότι κάποιος έχει φτάσει στα όριά του, είτε σωματικά είτε ψυχολογικά, και δεν μπορεί να αποδώσει άλλο. Στο πλαίσιο της διασκέδασης ή της χρήσης ουσιών, σημαίνει ότι η επήρεια έχει φτάσει στο μέγιστο σημείο και το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αδράνειας. Συχνά χρησιμοποιείται και σε οικονομικό επίπεδο για να δείξει ότι μια τιμή ή ένας δείκτης δεν μπορεί να ανέβει περισσότερο.
- Παράδειγμα
-
> Μετά από δέκα ώρες διάβασμα, ταβάνωσα τελείως και δεν μπορώ να διαβάσω ούτε λέξη παραπάνω.
> Πήγαμε στο πάρτι, ήπιαμε δύο ποτά και ταβανώσαμε στον καναπέ πριν καν αρχίσει η μουσική.
0
Σχόλια