Ορισμός του «βιμπάρω»
7
- Περιγραφή
-
Ελληνοποιημένο ρήμα από το 'vibe', που σημαίνει συντονίζομαι με την ατμόσφαιρα ενός χώρου ή τη διάθεση μιας παρέας. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση όπου κάποιος απολαμβάνει τη μουσική ή την ενέργεια μιας στιγμής χωρίς να προσπαθεί πολύ. Δηλώνει μια χαλαρή και θετική στάση απέναντι σε μια κατάσταση ή ένα άτομο.
- Παράδειγμα
-
> Απλά κάθομαι στο μπαλκόνι, ακούω μουσική και βιμπάρω με το ηλιοβασίλεμα.
> Δεν ξέρω τι λες, εγώ βιμπάρω άσχημα με αυτό το κομμάτι.
0
Σχόλια