Ορισμός του «ξεψυχάω»
1
- Περιγραφή
-
Εκφράζει την κατάσταση όπου κάποιος γελάει υπερβολικά πολύ με κάτι που είδε ή άκουσε, σε σημείο που νιώθει ότι «πεθαίνει» από τα γέλια. Αποτελεί την ελληνική απόδοση του αγγλικού 'I'm dying' ή 'I'm dead' και χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά σε γραπτή επικοινωνία και σχόλια. Συνοδεύεται συχνά από πολλά emoji που κλαίνε από τα γέλια ή το emoji του νεκροκεφαλής.
- Παράδειγμα
-
> Είδες το βίντεο με τον γάτο που πέφτει από τον καναπέ; Ξεψυχάω, το έχω δει δέκα φορές!
> Ξεψυχάω με τις ατάκες που πετάει αυτός ο κωμικός, δεν παλεύεται.
0
Σχόλια