Ορισμός του «νταλκάς»
0
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται σε έναν βαθύ, εσωτερικό πόνο που συνήθως σχετίζεται με ανεκπλήρωτο έρωτα ή μεγάλη στενοχώρια. Είναι λέξη με έντονο συναισθηματικό φορτίο που συναντάται συχνά στην κουλτούρα των λαϊκών τραγουδιών και της νυχτερινής διασκέδασης. Στην καθημερινή αργκό, χρησιμοποιείται συχνά με μια δόση υπερβολής ή αυτοσαρκασμού για να περιγράψει κάποιον που υποφέρει ψυχικά.
- Παράδειγμα
-
>Άσε με σήμερα, έχω έναν νταλκά που δεν με αφήνει να ησυχάσω ούτε λεπτό.
>Βάλε ένα τραγούδι να πάνε κάτω τα φαρμάκια, γιατί ο νταλκάς του για την Ελένη δεν παλεύεται.
0
Σχόλια