Ορισμός του «κριντζιά»
0
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται στην έντονη αίσθηση αμηχανίας ή ντροπής που νιώθει κάποιος παρακολουθώντας τις πράξεις κάποιου άλλου. Αποτελεί ουσιαστικοποίηση του ρήματος κριντζάρω και χρησιμοποιείται για να περιγράψει περιεχόμενο ή καταστάσεις που είναι εξαιρετικά άβολα. Συχνά συνοδεύεται από μια σωματική αντίδραση αποστροφής από την πλευρά του θεατή.
- Παράδειγμα
-
Είδα το βίντεο που ανέβασε και έφαγα μια κριντζιά που δεν περιγράφεται.
Η όλη φάση στο πάρτι ήταν μια τεράστια κριντζιά, ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
0
Σχόλια