Ορισμός του «κουκινγκ»
1
- Περιγραφή
-
Μεταφορική χρήση της λέξης 'cooking' που σημαίνει ότι κάποιος ετοιμάζει κάτι πολύ καλό, δημιουργικό ή εντυπωσιακό. Συχνά χρησιμοποιείται όταν κάποιος αναπτύσσει μια θεωρία, δημιουργεί περιεχόμενο ή κάνει μια έξυπνη κίνηση σε ένα παιχνίδι. Αν κάποιος 'μαγειρεύει' (is cooking), σημαίνει ότι βρίσκεται σε μια δημιουργική έξαρση που θα φέρει αποτελέσματα.
- Παράδειγμα
-
> Άσε τον να μιλήσει, let him cook, έχει δίκιο σε αυτό που λέει.
> Είδα το νέο σου πρότζεκτ, φίλε πραγματικά κουκινγκ, θα πάει πολύ καλά.
0
Σχόλια