Ορισμός του «χωσέλας»
1
- Περιγραφή
-
Περιγράφει το άτομο που ξοδεύει αλόγιστα μεγάλα χρηματικά ποσά, συνήθως για να εντυπωσιάσει τους γύρω του ή για να απολαύσει πολυτέλειες. Είναι λέξη που συναντάται συχνά σε παρέες που βγαίνουν σε ακριβά κλαμπ ή εστιατόρια. Συχνά εμπεριέχει μια ειρωνική διάθεση για την επίδειξη πλούτου.
- Παράδειγμα
-
>Έγινε μεγάλος χωσέλας τώρα που πήρε την προαγωγή και κερνάει όλο το μαγαζί.
>Μην το παίζεις χωσέλας αφού ξέρουμε ότι το πήρες με δόσεις.
0
Σχόλια