Ορισμός του «αουτφιτάρα»
1
- Περιγραφή
-
Μεγεθυντικό της λέξης «outfit», που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα εξαιρετικά καλαίσθητο ή εντυπωσιακό σύνολο ρούχων. Είναι πολύ κοινός όρος σε σχόλια κάτω από φωτογραφίες μόδας ή σε βίντεο τύπου «get ready with me». Εκφράζει ενθουσιασμό και επιδοκιμασία για τις στυλιστικές επιλογές κάποιου.
- Παράδειγμα
-
> Τι αουτφιτάρα έβαλες πάλι, πρέπει να μου πεις από πού πήρες το σακάκι!
> Πήγαμε για καφέ και έσκασε με μια αουτφιτάρα λες και πηγαίναμε στα μπουζούκια.
0
Σχόλια