Ορισμός του «γκλοουαπάρα»
1
- Περιγραφή
-
Μεγεθυντικό της φράσης 'glow up', που αναφέρεται σε μια εντυπωσιακή σωματική, ψυχική ή κοινωνική μεταμόρφωση προς το καλύτερο. Χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι κάποιος έχει βελτιωθεί θεαματικά σε σχέση με το παρελθόν, συνήθως μετά από έναν χωρισμό ή μια περίοδο αυτοβελτίωσης. Η λέξη εμπεριέχει θαυμασμό και αναγνώριση της προσπάθειας που κατέβαλε το άτομο.
- Παράδειγμα
-
> Είδες την Μαρία; Έκανε τρομερή γκλοουαπάρα από τότε που ξεκίνησε γυμναστήριο.
> Μετά το καλοκαίρι περιμένω να γυρίσω με μια γκλοουαπάρα που θα τους αφήσει όλους άφωνους.
0
Σχόλια