Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σουλούπωμα»

Αριθμός προβολών 3
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αν και η λέξη είναι παλιά, στη σύγχρονη αργκό χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία βελτίωσης της εξωτερικής εμφάνισης ή της ζωής κάποιου μετά από μια περίοδο παραμέλησης. Συχνά αναφέρεται στο «glow up» που κάνει κάποιος μετά από έναν χωρισμό ή μια δύσκολη φάση, εστιάζοντας στην περιποίηση και την αυτοφροντίδα. Χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει την προσπάθεια να γίνει κάτι πιο παρουσιάσιμο ή λειτουργικό, από ένα δωμάτιο μέχρι ένα project.

Παράδειγμα

> Μετά τον χωρισμό έριξε ένα σουλούπωμα στον εαυτό του και έγινε άλλος άνθρωπος.

> Πρέπει να ρίξω ένα σουλούπωμα στο προφίλ μου στο LinkedIn γιατί είναι χάλια.

> Πήγε κομμωτήριο, πήρε καινούργια ρούχα και έκανε ένα γερό σουλούπωμα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.