Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «γκλοουάπ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από τον αγγλικό όρο 'glow up' και αναφέρεται σε μια εντυπωσιακή θετική μεταμόρφωση, συνήθως στην εξωτερική εμφάνιση ή στον τρόπο ζωής. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία όπου κάποιος γίνεται πιο ελκυστικός, σίγουρος για τον εαυτό του ή επιτυχημένος μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Είναι βασικός όρος σε βίντεο μεταμορφώσεων και φωτογραφίες 'πριν και μετά'.

Παράδειγμα

> Είδες τον Γιώργο μετά το καλοκαίρι; Έκανε τρελό γκλοουάπ στο γυμναστήριο.

> Χρειάζομαι επειγόντως ένα γκλοουάπ πριν ξεκινήσει η εξεταστική.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.