Ορισμός του «μπουμεράδικο»
0
- Περιγραφή
-
Επίθετο που περιγράφει οτιδήποτε θεωρείται παρωχημένο, συντηρητικό ή χαρακτηριστικό της γενιάς των Baby Boomers. Χρησιμοποιείται υποτιμητικά από τους Gen Z και Millennials για να απορρίψουν απόψεις, αστεία ή τεχνολογικές συνήθειες που θεωρούνται 'εκτός εποχής'. Το ύφος είναι συνήθως απαξιωτικό και υποδηλώνει ένα χάσμα γενεών στην αντίληψη του χιούμορ και της κοινωνίας.
- Παράδειγμα
-
> Ανέβασε πάλι στο Facebook εκείνα τα μπουμεράδικα στιχάκια με τα ηλιοβασιλέματα.
> Αυτό το αστείο είναι πολύ μπουμεράδικο, κανείς δεν γελάει πια με τέτοια.
0
Σχόλια