Ορισμός του «ντιλουλούδικο»
0
- Περιγραφή
-
Επίθετο που προέρχεται από τη λέξη 'delusional' (παραληρηματικός) και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση, μια ιδέα ή μια συμπεριφορά που στερείται επαφής με την πραγματικότητα. Συνήθως αναφέρεται σε άτομα που τρέφουν φρούδες ελπίδες για ερωτικές σχέσεις ή επαγγελματικές επιτυχίες που είναι προφανώς ανέφικτες. Η χρήση του είναι κυρίως χιουμοριστική και αυτοσαρκαστική, υποδηλώνοντας μια γλυκιά αλλά ανόητη εμμονή.
- Παράδειγμα
-
> Πιστεύεις ακόμα ότι θα σου στείλει μήνυμα μετά από τρία χρόνια; Πολύ ντιλουλούδικο σε βρίσκω.
> Το σενάριο που έπλασε στο μυαλό της για τον γάμο τους είναι τελείως ντιλουλούδικο.
> Μην γίνεσαι ντιλουλούδικο, ξέρεις ότι δεν πρόκειται να συμβεί αυτό που λες.
0
Σχόλια