Ορισμός του «ντελουλισμός»
1
- Περιγραφή
-
Ουσιαστικοποίηση της λέξης 'delusional' (παραληρηματικός), που περιγράφει την κατάσταση όπου κάποιος τρέφει αυταπάτες, ειδικά σε ρομαντικά ζητήματα. Χρησιμοποιείται συχνά με χιουμοριστική διάθεση για να περιγράψει κάποιον που πιστεύει ότι μια διασημότητα ή ένας άγνωστος είναι ερωτευμένος μαζί του. Αποτελεί βασικό κομμάτι της σύγχρονης meme κουλτούρας, όπου η 'παραίσθηση' θεωρείται μερικές φορές μηχανισμός αντιμετώπισης της πραγματικότητας.
- Παράδειγμα
-
> Ο ντελουλισμός μου έχει φτάσει σε άλλο επίπεδο, νομίζω ότι μου έστειλε σήμα επειδή έκανε λάικ σε στόρι μου.
> Μην την ακούς, είναι σε φάση πλήρους ντελουλισμού με τον πρώην της.
> Ο ντελουλισμός είναι η μόνη λύση για να βγει αυτή η εβδομάδα χωρίς νεύρα.
0
Σχόλια