Ορισμός του «ντελουλάδα»
0
- Περιγραφή
-
Μια πιο παιχνιδιάρικη και ελληνική παραλλαγή του ντελούλου, που αναφέρεται στην κατάσταση της αυταπάτης ως μια παροδική φάση ή «τρέλα». Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στιγμή που κάποιος παρασύρεται από μη ρεαλιστικές προσδοκίες, συνήθως με χιουμοριστική διάθεση. Δηλώνει μια ελαφριά απώλεια επαφής με την πραγματικότητα λόγω ενθουσιασμού.
- Παράδειγμα
-
> Με έπιασε μια ντελουλάδα χθες και νόμιζα ότι θα κερδίσω το λαχείο επειδή είδα ένα όνειρο.
> Μην την ακούς, είναι σε φάση ντελουλάδας και νομίζει ότι ο πρώην της θα γυρίσει.
0
Σχόλια