Ορισμός του «παίζει»
0
- Περιγραφή
-
Μια πολυδιάστατη λέξη που χρησιμοποιείται για να ρωτήσει κανείς αν υπάρχει διαθεσιμότητα, αν συμβαίνει κάτι ή αν υπάρχει κάποια πιθανότητα. Στην αργκό των νέων, αντικαθιστά φράσεις όπως 'υπάρχει' ή 'συμβαίνει'. Είναι εξαιρετικά κοινή σε μηνύματα στο Messenger ή το Viber όταν κανονίζεται μια έξοδος ή αναζητείται μια πληροφορία.
- Παράδειγμα
-
> Παίζει καμία καλή ταινία απόψε να δούμε;
> Δεν παίζει να προλάβω να έρθω στις οκτώ, θα αργήσω λίγο.
0
Σχόλια