Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «κάνω πιστόλι»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για μια αργκό έκφραση που σημαίνει την αθέτηση μιας υπόσχεσης ή την ακύρωση μιας συνάντησης την τελευταία στιγμή χωρίς προειδοποίηση. Είναι συνώνυμο του 'στήνω' κάποιον, αλλά χρησιμοποιείται περισσότερο σε φιλικούς κύκλους και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η φράση υποδηλώνει μια απότομη και συχνά ανεύθυνη απομάκρυνση από μια συμφωνία.

Παράδειγμα

> Του είπαμε να έρθει για καφέ αλλά μας έκανε πιστόλι πάλι.

> Μην του έχεις εμπιστοσύνη, κάνει πιστόλι σε κάθε ραντεβού.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.