Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «πιστόλι»

Αριθμός προβολών 25
Ορισμός του «πιστόλι»
StatValue
Views25
Definitions2
First seen2026
Περιγραφή

Αναφέρεται στην πράξη του να ακυρώνει κάποιος μια συνάντηση ή μια υποχρέωση την τελευταία στιγμή, ή να μην εμφανίζεται καθόλου χωρίς προειδοποίηση. Είναι ο ελληνικός αντίστοιχος όρος του 'flaking' και θεωρείται αρκετά αγενής συμπεριφορά μεταξύ φίλων. Χρησιμοποιείται επίσης ως ρήμα, 'έριξα πιστόλι', για να δηλώσει την αποφυγή μιας κατάστασης.

Παράδειγμα

Του ρίξαμε πιστόλι του καθηγητή και δεν πήγαμε καθόλου στο μάθημα σήμερα.

Πάλι έριξε πιστόλι ο Γιώργος, τον περιμέναμε δύο ώρες και μετά έκλεισε το κινητό του.


0
Περιγραφή

Πρόκειται για μια αργκό έκφραση που σημαίνει την αθέτηση μιας υπόσχεσης ή την ακύρωση μιας συνάντησης την τελευταία στιγμή χωρίς προειδοποίηση. Είναι συνώνυμο του 'στήνω' κάποιον, αλλά χρησιμοποιείται περισσότερο σε φιλικούς κύκλους και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η φράση υποδηλώνει μια απότομη και συχνά ανεύθυνη απομάκρυνση από μια συμφωνία.

Παράδειγμα

> Του είπαμε να έρθει για καφέ αλλά μας έκανε πιστόλι πάλι.

> Μην του έχεις εμπιστοσύνη, κάνει πιστόλι σε κάθε ραντεβού.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.