Ορισμός του «πιστολιάζω»
0
- Περιγραφή
-
Σημαίνει την ακύρωση μιας προγραμματισμένης συνάντησης ή υποχρέωσης την τελευταία στιγμή, αφήνοντας τον άλλον «στα κρύα του λουτρού». Η λέξη μεταφέρει μια αίσθηση ασυνέπειας και έλλειψης σεβασμού προς τον χρόνο του άλλου, συχνά με μια δόση χιούμορ ή παραπόνου. Είναι εξαιρετικά κοινή λέξη στις εφαρμογές μηνυμάτων όταν κάποιος δεν εμφανίζεται στο ραντεβού.
- Παράδειγμα
-
> Τον περιμέναμε δύο ώρες στην καφετέρια αλλά τελικά μας πιστόλιασε κανονικά.
> Μην τον υπολογίζεις για το πάρτι, το πιθανότερο είναι ότι θα πιστολιάσει πάλι.
0
Σχόλια