Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «πιστόλι»

Αριθμός προβολών 11
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αναφέρεται στην πράξη του να ακυρώνει κάποιος μια συνάντηση ή μια υποχρέωση την τελευταία στιγμή, ή να μην εμφανίζεται καθόλου χωρίς προειδοποίηση. Είναι ο ελληνικός αντίστοιχος όρος του 'flaking' και θεωρείται αρκετά αγενής συμπεριφορά μεταξύ φίλων. Χρησιμοποιείται επίσης ως ρήμα, 'έριξα πιστόλι', για να δηλώσει την αποφυγή μιας κατάστασης.

Παράδειγμα

Του ρίξαμε πιστόλι του καθηγητή και δεν πήγαμε καθόλου στο μάθημα σήμερα.

Πάλι έριξε πιστόλι ο Γιώργος, τον περιμέναμε δύο ώρες και μετά έκλεισε το κινητό του.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.