Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ghosting»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η ξαφνική διακοπή κάθε επικοινωνίας με ένα άτομο χωρίς καμία προειδοποίηση ή εξήγηση, συνήθως σε ρομαντικό πλαίσιο. Θεωρείται μια από τις πιο τοξικές σύγχρονες πρακτικές στις ψηφιακές γνωριμίες και προκαλεί έντονη συναισθηματική αναστάτωση στο θύμα. Ο όρος χρησιμοποιείται πλέον και στον επαγγελματικό τομέα, όταν ένας εργοδότης ή υποψήφιος σταματά να απαντά στα μηνύματα.

Παράδειγμα

Βγαίναμε δύο εβδομάδες, περνούσαμε τέλεια και ξαφνικά μου έκανε ghosting.

Μετά τη συνέντευξη με έκαναν ghosting και δεν έμαθα ποτέ αν πήρα τη θέση.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.