Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «γκάζλαιτ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από τον αγγλικό όρο 'gaslighting' και αναφέρεται στην ψυχολογική χειραγώγηση όπου κάποιος προσπαθεί να κάνει έναν άλλον να αμφισβητήσει τη λογική ή τη μνήμη του. Στην ελληνική ιντερνετική αργκό χρησιμοποιείται συχνά ως ρήμα ή ουσιαστικό για να περιγράψει τοξικές συμπεριφορές σε σχέσεις ή φιλίες. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής όρος σε συζητήσεις περί ψυχικής υγείας και κοινωνικών δυναμικών.

Παράδειγμα

Σταμάτα να μου κάνεις γκάζλαιτ, ξέρω πολύ καλά τι είδα και τι άκουσα.

Με έκανε γκάζλαιτ για δύο χρόνια ότι εγώ έφταιγα για όλα τα προβλήματά μας.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.