Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μογκάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από τον αγγλικό όρο 'mogging' και περιγράφει την πράξη του να υπερέχει κάποιος εμφανώς έναντι άλλων σε θέματα φυσικής κατάστασης, ύψους ή γενικότερης αισθητικής. Στην ελληνική ιντερνετική αργκό, χρησιμοποιείται συχνά σε κοινότητες γυμναστηρίου ή μόδας για να δείξει ότι κάποιος 'εξαφανίζει' τους γύρω του με την παρουσία του. Η λέξη εμπεριέχει μια δόση ανταγωνισμού και κυριαρχίας στον χώρο.

Παράδειγμα

Πήγε στο πάρτι και τους μόγκαρε όλους με το νέο του κούρεμα και το σώμα του.

Σταμάτα να με μογκάρεις δίπλα στον καθρέφτη, ξέρουμε ότι είσαι πιο γραμμωμένος.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.