Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «μογκάρω»

Αριθμός προβολών 30
Ορισμός του «μογκάρω»
StatValue
Views30
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Προέρχεται από τον αγγλικό όρο 'mogging' και περιγράφει την πράξη του να υπερέχει κάποιος εμφανώς έναντι άλλων σε θέματα φυσικής κατάστασης, ύψους ή γενικότερης αισθητικής. Στην ελληνική ιντερνετική αργκό, χρησιμοποιείται συχνά σε κοινότητες γυμναστηρίου ή μόδας για να δείξει ότι κάποιος 'εξαφανίζει' τους γύρω του με την παρουσία του. Η λέξη εμπεριέχει μια δόση ανταγωνισμού και κυριαρχίας στον χώρο.

Παράδειγμα

Πήγε στο πάρτι και τους μόγκαρε όλους με το νέο του κούρεμα και το σώμα του.

Σταμάτα να με μογκάρεις δίπλα στον καθρέφτη, ξέρουμε ότι είσαι πιο γραμμωμένος.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.