Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «γκασλαϊτάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ελληνοποιημένο ρήμα από τον όρο 'gaslighting', που περιγράφει τη μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης όπου κάποιος προσπαθεί να κάνει έναν άλλον να αμφισβητήσει τη δική του λογική ή μνήμη. Χρησιμοποιείται έντονα σε κοινωνικές συζητήσεις για τοξικές σχέσεις και δυναμικές εξουσίας. Αν και ξεκίνησε από την ψυχολογία, πλέον χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή αργκό για να καταγγείλει κάποιον που ψεύδεται κατάμουτρα.

Παράδειγμα

> Μη με γκασλαϊτάρεις, θυμάμαι πολύ καλά τι μου είπες χθες το βράδυ.

> Προσπαθεί να με γκασλαϊτάρει ότι εγώ φταίω για όλα, ενώ εκείνος έκανε το λάθος.

> Είναι ειδικός στο να γκασλαϊτάρει κόσμο για να περνάει πάντα το δικό του.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.