Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ψηστήρι»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η διαδικασία της επίμονης προσπάθειας να πειστεί κάποιος για κάτι, συνήθως με κολακείες ή συνεχή επιχειρήματα. Στην αργκό των σχέσεων, αναφέρεται στο έντονο και παρατεταμένο φλερτ με σκοπό την κατάκτηση ενός ατόμου. Μπορεί επίσης να αφορά την προσπάθεια να πειστεί ένας φίλος να βγει έξω ή να κάνει μια χάρη.

Παράδειγμα

> Του έκανα ψηστήρι μια εβδομάδα για να με αφήσει να πάρω το αμάξι.

> Άσε το ψηστήρι τώρα, ξέρω ότι θέλεις να μου ζητήσεις δανεικά.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.