Ορισμός του «ατέρμονο»
0
- Περιγραφή
-
Αν και η λέξη είναι λόγια και σημαίνει «χωρίς τέλος», στη σύγχρονη αργκό των social media χρησιμοποιείται ειρωνικά για να περιγράψει μια κατάσταση, μια συζήτηση ή ένα βίντεο που δεν οδηγεί πουθενά και κουράζει. Συχνά αναφέρεται σε άσκοπα threads στο Twitter (X) ή σε ατελείωτα δράματα μεταξύ influencers που ανακυκλώνονται χωρίς λόγο. Η χρήση της υποδηλώνει μια διάθεση πνευματικής ανωτερότητας ή απλώς έντονη βαρεμάρα για την επανάληψη ενός θέματος.
- Παράδειγμα
-
>Πάλι ξεκίνησαν αυτό το ατέρμονο δράμα στο TikTok για το ποιος αντέγραψε ποιον.
>Η συζήτηση στα σχόλια έγινε ατέρμονη και την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια.
>Μην αρχίζεις πάλι την ατέρμονη γκρίνια σου γιατί δεν σε παλεύω άλλο σήμερα.
0
Σχόλια