Ορισμός του «ντουγρού»
0
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 0 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Μια λέξη τουρκικής προέλευσης που στην καθημερινή αργκό σημαίνει «κατευθείαν» ή «χωρίς περιστροφές». Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάποιος πηγαίνει κάπου χωρίς στάσεις ή ότι λέει την αλήθεια κατάμουτρα χωρίς να προσπαθεί να την ωραιοποιήσει. Δηλώνει αποφασιστικότητα και μια αίσθηση αμεσότητας που παρακάμπτει τις τυπικότητες.
- Παράδειγμα
-
> Μόλις σχολάσω θα πάω ντουγρού για ύπνο γιατί δεν αντέχω άλλο.
> Του τα είπα ντουγρού ότι δεν μου αρέσει η συμπεριφορά του και παρεξηγήθηκε.
> Πήγε ντουγρού στον διευθυντή και ζήτησε αύξηση χωρίς να το πολυσκεφτεί.
0
Σχόλια