Ορισμός του «βασισμένος»
1
- Περιγραφή
-
Ο όρος «βασισμένος» (από το αγγλικό «based») χρησιμοποιείται για να εκφράσει συμφωνία, επιδοκιμασία ή θαυμασμό για μια άποψη, μια πράξη ή ένα άτομο που θεωρείται αυθεντικό, ειλικρινές και συχνά αντισυμβατικό. Υποδηλώνει ότι κάποιος έχει πει ή κάνει κάτι που είναι αληθινό, χωρίς να φοβάται να εκφράσει την άποψή του, ακόμα κι αν αυτή είναι αμφιλεγόμενη. Η χρήση του είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε διαδικτυακές συζητήσεις και μιμίδια, συχνά με μια δόση ειρωνείας ή χιούμορ.
- Παράδειγμα
-
Αυτή η άποψη είναι βασισμένη, επιτέλους κάποιος το λέει.
Ο τύπος είναι βασισμένος, δεν μασάει τα λόγια του.
Βασισμένος σχολιασμός, συμφωνώ απόλυτα.
0
Σχόλια