Αναζήτηση Τυχαία λέξη

Ορισμός του «κουλ»

Αριθμός προβολών 1
Ορισμός του «κουλ»
StatValue
Views1
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη «κουλ» είναι ένα δημοφιλές αργκό δάνειο από τα αγγλικά (cool) που χρησιμοποιείται στην ελληνική καθομιλουμένη για να περιγράψει κάποιον ή κάτι χαλαρό, ψύχραιμο ή μοντέρνο. Χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει ότι ένα άτομο δεν πανικοβάλλεται σε δύσκολες καταστάσεις και διατηρεί την ψυχραιμία του. Επιπλέον, μπορεί να χαρακτηρίσει μια κατάσταση, έναν χώρο ή μια συμπεριφορά που είναι ευχάριστη, αξιόλογη ή εκπέμπει θετική ενέργεια. Η χρήση της συναντάται ευρέως σε νεανικές κυρίως ηλικίες αλλά και γενικότερα στον διαδικτυακό λόγο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Παράδειγμα

— Έχασα το πορτοφόλι μου με όλα τα λεφτά και τις ταυτότητες! — Είσαι τελείως κουλ μωρέ, θα το βρεις, μην αγχώνεσαι τσάμπα.

Ο Γιώργος καθόταν απολύτως κουλ στην καρέκλα του πίνοντας τον καφέ του, ενώ γύρω του το γραφείο είχε πάρει φωτιά από τις επείγουσες προθεσμίες.

O spiderman σωνει την ανθρωποτητα απο τη μολυνση της ατμοσφαιρας 0αο0υυυυυ καθαριζει τις λιμνες τα φουγαρα φτιαχνει τη ρυπανση της ατμοσφαιρας ψεκαζει τα ψαρακια για να μην εχουνε βακτηρια, ειναι τοσο κουυυυλ.

Source: Steam


0

Η πιο κοντινή αργκό σε άλλη γλώσσα

Διάλεξε γλώσσα και δες ποια αργκό πλησιάζει περισσότερο αυτή τη λέξη.

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.