Ορισμός του «σιτουασιονσιπάκι»
1
- Περιγραφή
-
Υποκοριστικό του 'situationship', που περιγράφει μια ρομαντική ή σεξουαλική σχέση η οποία στερείται σαφών ορίων και επίσημης δέσμευσης. Το υποκοριστικό προσδίδει μια δόση ειρωνείας ή οικειότητας, υποδηλώνοντας ότι η κατάσταση είναι μπερδεμένη αλλά ίσως και χαριτωμένη. Είναι πολύ κοινός όρος στις εφαρμογές γνωριμιών όπου οι ρόλοι δεν είναι πάντα ξεκάθαροι από την αρχή.
- Παράδειγμα
-
> Τι φάση με τον Γιώργο; Ε, ένα σιτουασιονσιπάκι έχουμε, τίποτα το επίσημο ακόμα.
> Κουράστηκα με τα σιτουασιονσιπάκια, θέλω κάποιον που να ξέρει τι του γίνεται.
0
Σχόλια