Αναζήτηση Τυχαία λέξη

Ορισμός του «τηλ»

Αριθμός προβολών 0
Ορισμός του «τηλ»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

«Τηλ» είναι η σύντομη, άτυπη γραπτή μορφή της λέξης «τηλέφωνο» ή της ενέργειας «τηλεφώνημα». Χρησιμοποιείται κυρίως σε μηνύματα και αναρτήσεις όταν ο γράφων θέλει να πληκτρολογήσει γρήγορα και να κρατήσει τον τόνο καθημερινό. Η συντομογραφία ακούγεται οικεία και πρακτική, χωρίς να ταιριάζει σε επίσημο ή προσεγμένο κείμενο. Συχνά εμφανίζεται σε φράσεις όπως «με πήρε τηλ», όπου δηλώνει ότι κάποιος τηλεφώνησε.

Παράδειγμα

— Ποιος μου έκανε τηλ στις τρεις το πρωί; — Εγώ, αλλά κατά λάθος· νόμιζα ότι πατούσα το κουμπί της πίτσας. — Εντάξει, την επόμενη φορά πάρε και μια οικογενειακή.

Το κινητό έκανε ένα δραματικό τηλ μέσα στη σιωπή, μόνο και μόνο για να αποδειχτεί ότι το είχε καλέσει η τσέπη.

Μέχρι πριν λίγο,με ξύπνησε η ανήψια με πήρε τηλ κατά λάθος.😵‍💫

Source: Bluesky


0

Η πιο κοντινή αργκό σε άλλη γλώσσα

Διάλεξε γλώσσα και δες ποια αργκό πλησιάζει περισσότερο αυτή τη λέξη.

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.