Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τον έπαιξε»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Μια αργκό έκφραση που σημαίνει ότι κάποιος εξαπάτησε, κορόιδεψε ή εκμεταλλεύτηκε κάποιον άλλον για δικό του όφελος. Συχνά υποδηλώνει μια στρατηγική κίνηση όπου ο ένας φάνηκε πιο έξυπνος ή πονηρός από τον άλλον, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο ή χαμένο. Χρησιμοποιείται πολύ σε συζητήσεις για παιχνίδια, στοιχήματα ή κοινωνικές ίντριγκες.

Παράδειγμα

> Του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθήσει αλλά στο τέλος τον έπαιξε κανονικά και πήρε όλη τη δόξα.

> Μην τον εμπιστεύεσαι στις πωλήσεις, θα σε παίξει και θα χάσεις τα λεφτά σου.

> Τον έπαιξε στα ίσια στο σκάκι και δεν κατάλαβε καν από πού του ήρθε η ήττα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.