Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «μειράκιο»

Αριθμός προβολών 0
Ορισμός του «μειράκιο»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Το "μειράκιο" είναι ένας λόγιος όρος που στην καθημερινή ή ειρωνική χρήση αναφέρεται σε έναν πολύ νεαρό άνδρα, έναν έφηβο ή κάποιον που συμπεριφέρεται με παιδική αφέλεια. Ενώ η λέξη έχει αρχαιοελληνικές ρίζες, στον σύγχρονο ψηφιακό λόγο χρησιμοποιείται συχνά με μια δόση νοσταλγίας ή αυτοσαρκασμού για να περιγράψει την περίοδο της νεότητας. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί υποτιμητικά για να δείξει ότι κάποιος είναι άπειρος, ανώριμος ή "πρωτάρης" σε μια κατάσταση. Συχνά εμφανίζεται σε αφηγήσεις παλιών ιστοριών για να τονίσει τη διαφορά ηλικίας και εμπειρίας του τότε με το τώρα.

Παράδειγμα

> Ήμουνα μειράκιο ακόμα όταν πρωτοβγήκα στα κλαμπ της Σαντορίνης και νόμιζα ότι ήξερα να χορεύω.

> Μην ακούς τι λέει αυτό το μειράκιο, δεν έχει ζήσει τίποτα από τη ζωή για να έχει άποψη.

> Θυμάμαι τον εαυτό μου ως μειράκιο να προσπαθεί να εντυπωσιάσει τα κορίτσια με φτηνά κόλπα.


0

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.