Ορισμός του «σκάντζα»
0
- Περιγραφή
-
Όρος που χρησιμοποιείται κυρίως σε εργασιακά περιβάλλοντα ή κοινωνικές συναντήσεις για να δηλώσει την αλλαγή βάρδιας ή την αντικατάσταση ενός προσώπου από ένα άλλο. Προέρχεται από τη ναυτική ορολογία αλλά έχει υιοθετηθεί πλήρως από τη νεολαία για να περιγράψει οποιαδήποτε εναλλαγή θέσεων. Χρησιμοποιείται επίσης όταν κάποιος θέλει να αλλάξει θέση σε ένα τραπέζι ή σε μια παρέα για να κάτσει δίπλα σε κάποιον άλλον.
- Παράδειγμα
-
> Παιδιά, κάνουμε μια σκάντζα στις θέσεις για να ακούω κι εγώ τι λέτε;
> Μόλις έκανα σκάντζα βάρδια με τον Γιώργο και τρέχω να προλάβω το λεωφορείο.
0
Σχόλια