Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «λοουκί»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για την ελληνοποιημένη απόδοση του αγγλικού όρου 'lowkey' που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που γίνεται διακριτικά ή χωρίς τυμπανοκρουσίες. Συχνά εισάγει μια ομολογία ή μια επιθυμία που ο ομιλητής δεν θέλει να παραδεχτεί πλήρως ή δημόσια. Χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη Γενιά Ζ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να μετριάσει την ένταση μιας δήλωσης.

Παράδειγμα

> Λοουκί μου άρεσε το καινούργιο κομμάτι του, παρόλο που δεν ακούω καθόλου αυτή τη μουσική.

> Θέλω λοουκί να κάτσω σπίτι απόψε και να μην βγω πουθενά, αλλά όλοι πιέζουν για ποτό.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.