Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μανίτσα»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Υποκοριστικό της λέξης «μάνα», το οποίο όμως χρησιμοποιείται ως προσφώνηση μεταξύ φίλων, ανεξαρτήτως φύλου, με έντονη δόση οικειότητας ή ειρωνείας. Στο διαδίκτυο χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει ότι κάποιος προσπαθεί να το παίξει έξυπνος ή να δώσει συμβουλές χωρίς να του ζητηθεί. Μπορεί να έχει και μια ελαφρώς υποτιμητική σημασία όταν απευθύνεται σε κάποιον που συμπεριφέρεται με υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Παράδειγμα

> Άκου να σου πω μανίτσα μου, αυτά που ξέρεις εσύ εμείς τα έχουμε ξεχάσει προ πολλού.

> Έλα ρε μανίτσα, πού χάθηκες εσύ τόσο καιρό;


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.