Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μανίτσα»

Αριθμός προβολών 16
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Υποκοριστικό της λέξης «μάνα», το οποίο όμως χρησιμοποιείται ως προσφώνηση μεταξύ φίλων, ανεξαρτήτως φύλου, με έντονη δόση οικειότητας ή ειρωνείας. Στο διαδίκτυο χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει ότι κάποιος προσπαθεί να το παίξει έξυπνος ή να δώσει συμβουλές χωρίς να του ζητηθεί. Μπορεί να έχει και μια ελαφρώς υποτιμητική σημασία όταν απευθύνεται σε κάποιον που συμπεριφέρεται με υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Παράδειγμα

> Άκου να σου πω μανίτσα μου, αυτά που ξέρεις εσύ εμείς τα έχουμε ξεχάσει προ πολλού.

> Έλα ρε μανίτσα, πού χάθηκες εσύ τόσο καιρό;


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.