Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σόλτνατ»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για την ελληνική φωνητική απόδοση του αγγλικού όρου 'saltnut', που περιγράφει κάποιον που είναι υπερβολικά εκνευρισμένος ή πικραμένος για κάτι ασήμαντο. Συνήθως χρησιμοποιείται ειρωνικά σε διαδικτυακές συζητήσεις ή gaming κοινότητες για να υποτιμήσει την αντίδραση κάποιου που παραπονιέται έντονα. Το άτομο που χαρακτηρίζεται έτσι θεωρείται ότι 'βγάζει αλάτι' λόγω της ήττας ή της αποτυχίας του.

Παράδειγμα

> Σταμάτα να κλαίγεσαι στο τσατ, έχεις γίνει τελείως σόλτνατ επειδή έχασες.

> Κοίτα έναν σόλτνατ που κάθεται και βρίζει για ένα παιχνίδι.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.