Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τακίμι»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Ορισμός του «τακίμι»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη περιγράφει δύο άτομα που έχουν γίνει αχώριστα και συνεργάζονται στενά, συχνά για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού ή για διασκέδαση. Χρησιμοποιείται συχνά με μια δόση ειρωνείας ή πονηριάς, υπονοώντας ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι σκαρώνουν κάτι μαζί. Προέρχεται από την τουρκική λέξη για το σετ ή το σύνολο, αλλά στην ελληνική αργκό υποδηλώνει την απόλυτη συνεννόηση και το «δέσιμο» μεταξύ φίλων ή συνεργατών.

Παράδειγμα

>Αυτοί οι δύο έγιναν τακίμι και δεν τους προλαβαίνουμε στις εξόδους πια.

>Πρόσεχε γιατί αν γίνουν τακίμι με τον διευθυντή, θα μας φάνε τη θέση.

>Είδα τον Γιώργο και τον Κώστα να τακιμιάζουν στη γωνία και σίγουρα κάτι ετοιμάζουν.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.