Ορισμός του «ψεκάκι»
0
- Περιγραφή
-
Υποκοριστικό που προέρχεται από τη λέξη «ψεκασμένος» και χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα που πιστεύουν σε θεωρίες συνωμοσίας. Ο όρος απέκτησε τεράστια δημοτικότητα κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά πλέον χρησιμοποιείται για οποιαδήποτε παράλογη ή αντιεπιστημονική άποψη εκφράζεται στο διαδίκτυο. Συχνά εμπεριέχει μια δόση ειρωνείας και συγκατάβασης προς τον συνομιλητή που θεωρείται θύμα παραπληροφόρησης.
- Παράδειγμα
-
> Άσε μας ρε ψεκάκι, που θα μας πεις ότι η γη είναι επίπεδη και μας ψεκάζουν.
> Πάλι βγήκαν τα ψεκάκια στο Twitter να γράφουν για τα τσιπάκια στα εμβόλια.
0
Σχόλια