Ορισμός του «κάνω κεφάλι»
1
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται στην κατάσταση όπου κάποιος αρχίζει να νιώθει τις επιδράσεις του αλκοόλ ή άλλων ουσιών, φτάνοντας σε ένα σημείο ευφορίας. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος έχει μεθύσει τελείως, αλλά ότι βρίσκεται στην αρχή αυτής της διαδικασίας. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ανεπίσημα περιβάλλοντα, όπως εξόδους σε μπαρ ή πάρτι.
- Παράδειγμα
-
> Μετά το δεύτερο ποτήρι κρασί άρχισα να κάνω κεφάλι και να γελάω με το παραμικρό.
> Πρόσεχε γιατί αυτό το κοκτέιλ είναι δυνατό και θα κάνεις κεφάλι πριν το καταλάβεις.
0
Σχόλια