Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «πικράθηκες»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Μια ατάκα που χρησιμοποιείται για να πειράξει κάποιον που μόλις υπέστη μια ήττα, μια αποτυχία ή μια λεκτική 'τάπα'. Προέρχεται από την ελληνική τηλεοπτική κουλτούρα και τα social media, λειτουργώντας ως ένας τρόπος να υπογραμμιστεί η απογοήτευση του άλλου. Η χρήση της είναι συνήθως περιπαικτική και στοχεύει στο να προκαλέσει περαιτέρω εκνευρισμό με χιουμοριστικό τρόπο.

Παράδειγμα

> Του πήρα τη δουλειά μέσα από τα χέρια. Τι έγινε φίλε, πικράθηκες;

> Έχασε η ομάδα σου στο 90', ε; Πικράθηκες πολύ βλέπω!


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.